Εξελίξεις στην θεραπεία του πρωτοπαθούς αιμοφαγοκυτταρικού συνδρόμου στα παιδιά. Το μονοκλωνικό αντίσωμα Emapalumab είναι ασφαλές κι αποτελεσματικό.

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ASH 2018

Το Emapalumab, ένα αντίσωμα ανταγωνιστής της ιντερφερόνης-γ προσφέρει έλεγχο δραστηριότητας νόσου και είναι ασφαλές για χρήση σε ασθενείς με πρωτοπαθές αιμοφαγοκυτταρικο σύνδρομο (HLH), σύμφωνα με τον ιατρό του τμήματος παιδιατρικής αιματολογίας και ογκολογίας του Νοσοκομείου Παίδων της Ρώμης «Ospedale Pediatrico Bambino Gesù», δρ. Franco Locatelli.

Στην πρόσφατη ετήσια συνάντηση της Αμερικανικής Εταιρείας Αιματολογίας, ο δρ Locatelli και οι συνεργάτες του, παρουσίασαν δεδομένα που υποστηρίζουν πως αυτός ο που πρόσφατα εγκεκριμένος βιολογικός παράγοντας αυτός, είναι μια νέα θεραπευτική επιλογή για αυτό το σπάνιο αλλά απειλητικό για την ζωή σύνδρομο, λόγω και της στοχευμένης του δράσης.

Πολλές διαφορετικές ερευνητικές εργασίες στο παρελθόν, είχαν επισημάνει την ιντερφερόνη-γ ως «λογικό στόχο» για την θεραπεία αυτής της πάθησης. Έχουν παρατηρηθεί κατ’ επανάληψη αυξημένα επίπεδα ιντερφερόνης-γ σε ασθενείς με HLH, ανέφερε ο δρ. Locatelli σε συνέντευξη τύπου κατά την διάρκεια της συνάντησης.

Το φάρμακο Emapalumab συνδέεται στον στόχο του με υψηλή συγγένεια, αναγνωρίζοντας τόσο την ελεύθερη όσο και την συνδεδεμένη στον υποδοχέα της ιντερφερόνη-γ, πρόσθεσε.
Το πρωτοπαθές αιμοφαγοκυταρικό σύνδρομο είναι ένα σπάνιο, απειλητικό για την ζωή σύνδρομο υπερενεργοποίησης της φλεγμονής, που χαρακτηρίζεται από παρατεινόμενο πυρετό, κυτταροπενία, σπληνομεγαλία και ηπατομεγαλία σε συνδυασμό με άλλα κλινικά ευρήματα, είπε ο δρ. Locatelli.

Η κρίσιμη αυτή μελέτη, που δεν ήταν τυφλή και δεν χρησιμοποίησε ομάδα ελέγχου, περιέλαβε 34 παιδιά με πρωτοπαθές αιμοφαγοκυταρικό σύνδρομο που έλαβαν θεραπεία με τον νέο βιολογικό παράγοντα: τα 7 δεν είχαν λάβει άλλη θεραπεία προηγουμένως, ενώ 27 είχαν λάβει την συμβατική θεραπεία για πρωτοπαθές αιμοφαγοκυταρικό σύνδρομο χωρίς επιτυχία.

Οι ασθενείς έλαβαν emapalumab ενδοφλέβια με ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης για συνολικά μέχρι και 8 εβδομάδες ή μέχρι και την αλλογενή μεταμόσχευση μυελού των οστών, όπου αυτό ήταν απαραίτητο.

Η μελέτη πέτυχε τον πρωταρχικό στόχο της, που ήταν συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης στην θεραπεία υψηλότερο του 40%, δήλωσε ο δρ. Locatelli. Το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης έφτασε το 64.7% για τους 34 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία (95% διάστημα εμπιστοσύνης, 46% με 80%, P = 0.0031), και το 63% για τους 27 ασθενείς στους οποίους είχαν αποτύχει οι προηγούμενες θεραπείες (95% CI, 42% με 81%,  P = 0.0134).


Η ανταπόκριση στην θεραπεία ήταν άμεση, με διάμεσο τιμή για τον χρόνο ανταπόκρισης τις 8 ημέρες μετά την έναρξη του emapalumab. Οι ασθενείς είχαν καλή ανταπόκριση για το 75% των ημερών που ήταν σε θεραπεία, είπε ο δρ. Locatelli.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στην μελέτη, περιλαμβάνουν λοιμώξεις, αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση του φαρμάκου, πυρετό και υπέρταση, ενώ ένας ασθενής παρουσίασε διάχυτη λοίμωξη από Histoplasma capsulatum που υποχώρησε με κατάλληλη θεραπεία, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Βασιζόμενος σε αυτά τα αποτελέσματα, ο οργανισμός τροφίμων και φαρμάκων των ΗΠΑ έδωσε έγκριση κυκλοφορίας στο emapalumab στις 20 Νοεμβρίου 2018, για την θεραπεία παιδιατρικών και ενηλίκων ασθενών με πρωτοπαθές αιμοφαγοκυτταρικό σύνδρομο και ανθεκτική, υποτροπιάζουσα νόσο ή δυσανεξία στις συμβατικές θεραπείες της νόσου.

Υπάρχει σίγουρα «περιθώριο για διεύρυνση των θεραπευτικών ενδείξεων» ώστε να θεωρείται θεραπεία πρώτης γραμμής για το αιμοφαγοκυτταρικό σύνδρομο. Αυτό θα συμβεί  όταν ένας ικανός αριθμός ασθενών που δεν είχαν λάβει προηγούμενα θεραπεία, λάβουν θεραπεία με το μονοκλωνικό αυτό αντίσωμα, είπε ο δρ. Locatelli.

Ωστόσο, δεν είναι εφικτό να γίνουν τυχαιοποιημένες μελέτες, ανέφερε. «Πρόκειται για μια πολύ σπάνια νόσο, και θα ήταν σχεδόν αδύνατον να γίνει μια προοπτική, τυχαιοποιημένη μελέτη για κάποιο λογικό χρονικό διάστημα».

Η μελέτη που περιέγραψε ο δρ. Locatelli χρηματοδοτήθηκε από την Novimmune. Οι συγγραφείς της μελέτης περιέλαβαν στην δήλωση συμφερόντων τους τις εταιρίες: Sobi, Novimmune, Rocket Pharmaceuticals, Inc., AB2Bio, Novartis, Eli Lilly, Sanofi, UCB, Pfizer, and Abbvie. Δύο από τους συγγραφείς εργάζονται για την Novimmune.

Πηγή: Locatelli F et al. ASH 2018; Abstract LBA-6.

Leave a Reply